Οι παραδοσιακές αξίες του παρελθόντος, τα λαογραφικά σύμμεικτα,  η ίδια η πολιτισμική μας κληρονομιά που κατευθύνει και θα κατευθύνει τα βήματά μας, αποκτούν μιαν ιδιαίτερη – σχεδόν μαγική – διάσταση, όταν μετουσιώνονται σε  λαϊκή ποίηση, σε μουσική σε χορό• δηλαδή στα τρία αυτά στοιχεία που αντιπροσωπεύει η μαντινάδα.

Η λέξη μαντινάδα ετυμολογικά παράγεται από τα θέματα των λέξεων: μαντεύω + άδω (διαισθάνομαι και τραγουδώ). Κατ’ άλλους η λέξη αποτελεί εξελληνισμένο τύπο της αντίστοιχης ενετικής λέξης που σημαίνει το νυχτερινό τραγούδι του έρωτα ή του ερωτευμένου. Η μαντινάδα ανήκει στη μεγάλη οικογένεια του Δημοτικού μας τραγουδιού, το οποίο ως γνωστό ξεκινά τον 11ο αιώνα με τον ακριτικό κύκλο. Ακολουθούν τα «Κλέφτικα», τα «Ιστορικά», τα «Θρησκευτικά», «του κύκλου της ζωής» (νανουρίσματα, ταχταρίσματα κτλ), «του κύκλου του χρόνου» (κάλαντα, αποκριάτικα, πασχαλινά κ.λπ.) ενώ στην  Κρήτη ακμάζουν τα Ριζίτικα  και οι μαντινάδες. Τη μαντινάδα και λόγω καταγωγής έχουν μελετήσει ιδιαίτερα, ο Σταμάτης  Αποστολάκης, ο Γεώργιος. Σπυριδάκης, ο Γρηγόρης Σηφάκης, ο Στυλ. Αλεξίου κ.ά. Τη μακρόχρονη, χωρίς διακοπή καλλιέργεια της δημώδους μας ποίησης, διαμόρφωσε  και διαμορφώνει η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του λαού μας. Την ποιότητα αυτής της τέχνης προσδιορίζει η εκφραστική αμεσότητα και η τεχνική ωριμότητα μιας κοινωνίας η οποία διαθέτει τη συσσωρευμένη εμπειρία μιας αδιάσπαστης πολιτισμικής συνέχειας. Το κρητικό  δίστιχο (μαντινάδα), με ομοιοκατάληκτους ιαμβικούς 15/σύλλαβους στίχους, εμφανίζεται ως αυτοτελές ποιητικό είδος στα τέλη του 14ου αιώνα. Έκτοτε αρχίζει να καλλιεργείται συστηματικά σε πολλές ελληνικές περιοχές και ιδίως του νησιώτικου χώρου.

Στη Κρήτη, όπου ακόμα και σήμερα παρουσιάζει ιδιαίτερη άνθιση, έχει καθιερωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα μέσα λαϊκής καλλιτεχνικής έκφρασης. Βασικοί φορείς του είναι οι λαϊκοί λυράρηδες, οι ριμαδόροι, αλλά και οι απλοί άνθρωποι, οι οποίοι συνηθίζουν να τραγουδούν με θαυμαστή ευχέρεια στα γλέντια. Η μαντινάδα είναι ένα μικροκείμενο, μια μινιατούρα δημοτικού τραγουδιού με νοηματική αυτοτέλεια που επιγραμματικά με αμεσότητα, πληρότητα, λυρική και θυμοσοφική γνησιότητα, εκφράζει όλα τα σκιρτήματα, όλους τους κάθε λογής κραδασμούς της λαϊκής – Κρητικής μεγαλοσύνης, από τη γέννηση, έως τον θάνατο. Ο Κονδυλάκης υποδέχεται τον Πατούχα στο ομώνυμο έργο του με μια μαντινάδα. Από την άλλη πλευρά ο Καζαντζάκης παρομοιάζει τις λέξεις με οβίδες γιατί  μέσα σε κάθε λέξη κρύβεται μεγάλη εκρηκτική δύναμη και μέσα από την ετυμολογική της εικόνα μια πολιτισμική μνήμη που τη βιώνει μόνο όποιος μπορεί να ιχνηλατήσει τη διαδρομή της. Η Κρήτη έζησε γιατί τραγούδησε, γιατί χόρεψε. Στη μαντινάδα κωδικοποίησε όλες τις μορφές της ζωής και σ’ αυτήν καταγράφει το νόημα της ύπαρξής όπως το νιώθει. Βλέπουμε λοιπόν, ότι εντάσσονται ποιητικά μοτίβα τα οποία αναγνωρίζονται ως διακείμενο ανάμεσα στον Κορναρικό λόγο και την κρητική μαντινάδα όπως βεβαιώνει και ο Σολωμός αλλά και ο Σεφέρης. Καμιά μαντινάδα δεν μπορεί να γοητεύσει αν δεν είναι γραμμένη στην ατόφια κρητική διάλεκτο. Ο χρησιμοθηρισμός της γλώσσας και το συνταίριασμα της ρίμας, οδηγεί πολλές φορές στην απομάκρυνση των στιχουργών από την αυθεντική κρητική διάλεκτο. Η διαστρέβλωσή της, η ανάμειξη άλλων λέξεων, καταργεί τη νομοτέλεια και θραύει την ευαισθησία της εξαίρετης ποιητικής γλώσσας του Κορνάρου, του Χορτάτση, της γνήσιας μαντινάδας. Υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες μαντινάδων που εστιάζουν εξακολουθητικά στην ίδια έννοια, στην ίδια λέξη. Οι  θυμοσοφικές μαντινάδες συνταιριάζουν ποίηση και αλήθεια κατά τρόπο θαυμαστό. Η ευρηματικότητα και η γλωσσοπλαστική  πρωτοτυπία, είναι χαρακτηριστικό της κρητικής μούσας.

Ίσως μια μαντινάδα πρέπει να είχε στη σκέψη  του ο μεγάλος Ν. Καζαντζάκης όταν έγραψε το Ζορμπά. Ο χορός του Ζορμπά τον αναστάτωνε. Πίστευε πως ήταν μια λυτρωτική άσκηση, ένα ξέσπασμα, ένα φτερούγισμα στον άνεμο. Όταν ο Καζαντζάκης έβαζε το Ζορμπά να χορεύει ήταν σα να χορεύει ο ίδιος και να λυτρώνεται από τις πίκρες, τα βάσανα, τη σκλαβιά της ανθρώπινης μοίρας· σαν να έκανε ένα βήμα του κορμιού και του νου προς τη λευτεριά.  Ήταν κάτι σαν τον χορό των άγριων και των λεύτερων πουλιών, που σημάδευε τις ψυχές όλων των ανθρώπων.

Μια γλυκιά ελεγεία, μια πολυεπίπεδη νοσταλγία να διαπερνά τους Κρητικούς όταν είναι μακριά από τη γενέθλια γη και αγαλλιάζουν στο άκουσμα μιας μαντινάδας.

Επιμέλεια: Χριστίνα Παλακίδου- Φιλόλογος

Σχετικά Άρθρα

Τα πανηγύρια τα τελευταία  χρόνια  έχουν γίνει πραγματικός πόλος έλξης από μικρούς και ...
syllogoi
28 Μαΐου 2020
Μια πανέμορφη κίνηση που δημιουργήθηκε από ανθρώπους της παράδοσης με σκοπό την στήριξη και την ...
syllogoi
24 Μαΐου 2020
Όταν εμείς οι εκπαιδευτικοί μιλάμε για παιδική λογοτεχνία, εννοούμε τα κείμενα που συμβάλουν στην ...
syllogoi
22 Μαΐου 2020