Σε μια ομάδα χωριών της Φωκίδας και της Βοιωτίας , ένα από τα κεφαλοχώρια την Αράχωβα το Δίστομο το Καστρί (Δελφοί) και τα Σάλωνα (Άμφισσα) είναι η Δεσφίνα.

Στην ρίζα του βουνού τ΄Αηλιά απλώνεται η Δεσφίνα, και σήμερα είναι ακόμη ακριβώς απέναντι στου Παρνασσού την φαλακρή κορφή προς το νότιο μέρος κοντά στη λοφοσειρά που λέγεται Κίρφυς και δεν είναι μονάχα αυτός ο ορεινός όγκος που συντροφεύει αιώνες τώρα το κεφαλοχώρι της Παρνασσίδας. Από παντού ζώνεται μετις αλλόκοτες εδαφικές εξάρσεις, έτσι που να δείχνει πως δεν ζει ανθρώπινη κοινότητα. Κι όμως στην απλωσιά που σχηματίζεται γύρω της, δίνει την παρουσία του ένας κόσμος με πληθωρικό ψυχικό και πνευματικό δυναμισμό. Οι πιο παλιοί την έλεγαν Κισφίνα ή Τζεσφίνα [(μικρό χωριουδάκι) επί Τουρκοκρατίας] γιατί κρυφοβοσκάει ακόμη η γλωσσική ανορθοδοξία, ο τσιτακισμός.Σε λιγοστά διαμερίσματα της χώρας μας απόμειναν σημάδια τούτης της ιδιορρυθμίας.

        Είναι φυσικά έξω από κάθε αμφισβίτιση πως το βουνό, η Κίρφυς είναι πρωτογενής ζύμη της. Οι κάτοικοί της παλιοί Δωριείς ή και Πελασγοί (πανάρχαιο Ελληνικό φύλο) που ξέμειναν στο φτωχό τούτο οροπέδιο για να βρούν ξεκούραση από τις μακρυνές τους οδοιπορίες και το ανθρωποφάγωμα το ανελέητο της εποχής τους. Η Δεσφίνα κατοικήθηκε από την αρχαιότητα με την ονομασία Εχεδάμεια. Ένας από τους σημαντικότερους επαναστάτες του 1821, ο Επίσκοπος Σαλώνων Ησαϊας που γεννήθηκε εδώ, αγωνίσθηκε για την απελευθέρωση της πατρίδας του, μέχρι που σκοτώθηκε από τους Τούρκους στις 22 Απριλίου του 1821. Ήταν ο μοναδικός Δεσπότης ο οποίος έπεσε στο πεδίο της μάχης για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Επίσης ο Σαλώνων Ησαϊας ήταν ένας από αυτούς που ενθάρρυναν τον Αθανάσιο Διάκο για την μάχη της Αλαμάνας. Αξίζει ακόμη να αναφερθεί και στο ότι ο Ησαϊας έδωσε το σήμα για την έναρξη της επανάστασης της Στερεάς Ελλάδας στην Πελοπόννησο από την περιοχή του Προφήτη Δανιήλ. Η οικεία του βρίσκεται στην Δεσφίνα και έχει μετατραπεί σε μουσείο, όπως επίσης και η οικεία του ζωγράφου Σπύρου Παπαλουκά της γενιάς του ΄30, ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους καλλιτέχνες της Ελλάδας. Στην Δεσφίνα Φωκίδας επίσης υπάρχει το περίφημο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου το οποίο διακρίθηκε στην επανάσταση του 1821 καθώς και το πολυ σημαντικό μνημείο ο ναός των Ταξιαρχών, δίπλα από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους που χρονολογείται απο τον 12ο αιώνα.

         Με το επιβλητικό παραστημά τους οι Δεσφινιώτες, το ηλιοψημένο πρόσωπο, με την παροιμιώδη φιλοπονία έχουν βαθιά ριζωμένο στις ψυχές τους το πατριωτικό φρόνημα. Ξεκομμένο το χωριό απ΄ τ΄άλλα γειτονικά χωριά της επαρχίας έφτιαξε δική του ψυχολογική υπόσταση. Σαν ορεσίβιοι ξωμάχοι πάλεψαν σκληρά για να δημιουργήσουν προϋποθέσεις ζωής από τους πανάρχαιους εκείνους χρόνους, επικουρικές βιταμίνες στάθηκαν το οξυγόνο που έφτανε άφθονο από τους γειτονικούς δρυμώνες (ήταν πολύ δασωμένη παλιά) και το πλατύ γέλιο απ΄την καρδιά τους. Η οικονομική ανημποριά  τους υποχρέωνε να βρίσκουν καινούριους δρόμους πορισμού των αναγκαίων δίχως να κάνουν συμβιβασμούς στην συνειδησή τους. Κρατούσαν ατόφια την αρειμάνεια ψυχολογία τους κάτω από οποιονδήποτε συννεφιασμένο εθνικά ουρανό. Ξαστέρωνε την ζωή τους το χωρατό , η σκομπρόζικη διάθεση ο χορός και το τραγούδι. Με την στοματική παράδοση αιώνες τώρα η πλούσια έκφραση της ζωής των Δεσφινιωτών μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας. Η μελωδία του βιολιού του λαούτου, του νταουλιού και της πίπιζας που στην συνέχεια έδωσε την θέση της στο κλαρίνο, συνόδευαν στους χορούς τους Δεσφινιώτες.

        Ο τσάμικος, ο συρτός και το καγκέλι χοροί που διατήρησαν την αίγλη τους στο διάβα τον αιώνων, στολίζουν μέχρι σήμερα τις σημαντικότερες εκδηλώσεις τους. Η φουστανέλλα και τα σεγκούνια πρωτοστάτες στην έκφραση του χορού, ετύχγαναν ιδιαίτερης μέριμνας από τους χορευτές.

       Η φουστανέλλα ραμμένη στους ραφτάδες από βαμβακερό λευκό υφαντό -χασές, στην τοπική διάλεκτο- 18-24 πήχεων, περνούσε με το πρώτο πλύσιμο την διαδικασία της γαλαζούρας -λουλάκι- για να πάρει το αγαπημένο γαλάζιο χρώμα των Δεσφινιωτών. Η λεριάρα δηλαδή η φουστανέλλα αποτελούνταν από δύο κομμάτια 250 περίπου αλλεπάλληλων πτυχών το καθένα και ενώνονται στο πλάϊ με κουμπιά.

      Το πουκάμισο λευκός χασές και αυτό, που διατηρούσε όμως το αρχικό του χρώμα, έκλεινε μπροστά με κουμπιά. Χαρακτηριστικό του ήταν οι πιέτες που κοσμούσαν το μπροστινό τμήμα. Το μανίκι κατέληγε είτε κλειστό με κουμπί στο ύψος του καρπού, είτε αφήνονταν ελέυθερο και μακρύ. Ο γιακάς ήταν μικρός και κατέληγε συνήθως σε μύτη.

       Το γιλέκο ή φέρμελη μπορντώ βελούδο ή και από μαύρη τσόχα ή μαύρη σεγκούνα ήταν κεντημένο στο χέρι από μαύρη κλωστή και έκλεινε μπροστά με χειροποίητες θηλιές. Διακοσμούνταν δε πάντα με ασημένια αλυσίδα ενώ τα διακοσμητικά μανίκια αν υπήρχαν ήταν ραμμένα στο πίσω μέρος στο ύψος των ώμων.

       Οι κάλτσες ποδεσιά από το ίδιο ύφασμα των σεγκουνιών μάλλινο, μπεζ χρώματος, κάλυπταν όλο το πόδι εκτός την πατούσα και κρεμούσαν κάτω από το ύψος του γόνατου μαύρα γονατάρια, κατασκευασμένα από λάστιχο και κορδόνι μαύρο, που κατέληγε σε φούντα στο πίσω μέρος του ποδιού οι λεγόμενες καλτσοδέτες.

        Το ντύσιμο του ποδιού ολοκληρώνεται με τσαρούχι ή παπούτσι αργότερα. Το δέσιμο της φορεσιάς έρχεται να ολοκληρώσει το ζωνάρι (ζναρ΄στην τοπική διάλεκτο) με τα χρώματα της Ελληνικής σημαίας (άσπρες και μπλε ρίγες  σε στενή λωρίδα) που κατέληγαν σε φούντες.

       Η σκούφια της κεφαλής ήταν από μαύρο μάλλινο ύφασμα την λεγόμενη σεγκούνα με κέντημα στο γείσο ή μπορνώ τσόχα με φούντα(φέσι).

 Περισσότερο πλούσια και πολύπλοκη παρουσιάζεται η γυναικεία φορεσιά της ορεινής Δεσφίνας που κατατάσσεται που κατατάσσεται στις χωρικές με σεγκούνι που η μορφή της συγγενεύει μ΄ αυτές της Βοιωτίας, Εύβοιας, Φθιώτιδας, Αττικής και Κορινθίας.Τα λεγόμενα λοιπόν Σεγκούνια .

       Το μισοφόρι , πυρκαλοχασές, λευκό βαμβακερό ήταν φούστα συνήθως. Από πάνω φορούσαν φόρεμα με μανίκια από το ίδιο ύφασμα. Το κάτω μέρος κατέληγε σε δαντέλα ή κοφτό σχέδιο και τα μανίκια στο ύψος του καρπού, σε δαντέλλα(ταμτέλλα τοπικά) ή κοφτό φεστόνι. Το στήθος ήταν κι αυτό στολισμένο με δαντέλλα και έκλεινε στο λαιμό με καρφίτσα.

       Το εξωτερικό φόρεμα λεγόταν πουκάμικο και ήταν από διαφανές μεταξωτό ή μεταξωτό γουγιωτό χρώματος μπεζ με λαιμόκοψη, στο ίδιο μήκος με το μισοφόρι. Το μανίκι που ήταν λίγο φαρδύ κατέληγε σε γαζί ενώ το τελείωμα του φουστανιού διακοσμούνταν από τρυπογάζι.

     Το σιγκούνι ήταν από ειδικό χοντρό ύφασμα που λεγόταν σιγκούνα, υφαμένο στον αργαλειό σε χρώμα μπεζ, και ραμμένο στους ραφτάδες, αμάνικο, ανοιχτό στο στήθος και έδενε κάτω από αυτό με δύο κορδόνια, έχοντας και την λειτουργικότητα του στηθόδεσμου. Το πίσω μέρος ήταν πεταχτό με μύτες, και ήταν στολισμένο στις άκρες με συρίτια από κορδόνι  και πούλιες. Οι ίδιες έστριβαν τα κόκκινα και τα μαύρα μάλλινα γαϊτάνια. Στο ύψος της περιφέρειας υπάρχουν δυο τρύπες σαν τσέπες, για την υποδοχή του ζωναριού. Απαραίτητο συμπλήρωμα ήταν το χειρομάντηλο από λευκό ύφασμα, τοποθετημένο στην αριστερή εξωτερική πλευρά του σεγκουνιού πάνω από το στήθος……………”Και ήταν τα σεγκούνια της Δεσφίνας πολύ εκφραστικά”.

     Το ζωνάρι ή ζναρ΄ διακρίνεται σε δύο τύπους α) της ελεύθερης ή της αραββωνιασμένης και β) της παντρεμένης .

     α)Της ελεύθερης ή της αρραβωνιασμένης ήταν από κόκκινη τσόχα ή από το ίδιο ύφασμα αυτό της ποδιάς, δηλαδή μπορντώ βελούδο.

      β)Της παντρεμένης ήταν από μαύρο μάλλινο υφαντό με ψιλό άσπρο καρώ.

Η τοποθέτηση του ζωναριού γινόταν πάνω από το σεγκούνι στο ύψος της περιφέρειας και οι άκρες του καταλήγουν στις τρύπες -τσέπες- του όπως προαναφέραμε και στερεώνονται στο εσωτερικό του σεγκουνιού συνήθως με παραμάνα.

     Η ποδιά από μπορντώ βυσσινί βελούδο έδενε κάτω από το στήθος στο κλείσιμο του σεγκουνιού. Το κέντημα ανεβατό, πλακέ και ριζοβελονιά από χρυσή κλωστή ή χρωματιστή φλος και πούλιες. Το σχέδιο ήταν συνήθως κλάρες με λουλούδια, πουλιά, αγγελάκια και κάλυπτε το κάτω μέρος της ποδιάς και τα πλαϊνά.

     Η ζώνη της ποδιάς που λεγόταν ποδιόσνο από βελούδο ίδιο χρώμα ή και άλλο κεντημένο, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Έδενε δε πίσω ή μπροστά ανάλογα με το μήκος του. Σημειώνουμε ότι όταν δενόταν μπροστά το ποδιόσνο, κατέληγε σε φούντες από χρυσή κλωστή.

     Το κεφαλομάντηλο ήταν από άσπρη μπαμπακέλα, τετράγωνο, διπλωνόταν τρίγωνο και δενόταν στο πάνω μέρος του κεφαλιού με μια περασιά, και στερεωνόταν στο πίσω μέρος του. Χαρακτηριστικό του στολίδι ήταν τα κουμπουρέλια από μεταξοβάμπακο, περασμένα σε κλωστή και τοποθετούνταν στο σημείο που δενόταν το μαντήλι. Τα μαλλιά τους τα έπλεκαν σε δύο κοτσίδες που έφταναν συνήθως στον ποδόγυρο του σεγκουνιού.

     Το σύνολο ολοκληρώνεται με λευκές ή μπέζ βαμβακερές κάλτσες που αντικατέστησαν τις μάλλινες. Τον παλιό καιρό φορούσαν πλουμισμένα τσαρούχια, ενώ αργότερα παπούτσια, και ο χρωματισμός τους ήταν ανάλογος με την ηλικία τους.

     Τα κοσμήματα ήταν προαιρετικά ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα της κάθε μιας, Εκτός από την καρφίτσα που έκλεινε το μισοφόρι στο λαιμό φορούσαν αλυσίδες και σταυρούς .Το άνοιγμα του σεγκουνιού το κούμπωναν με τις συρματερές ή σκαλιστές ασημένιες πόρπες.

     Μέσα σε λίγες γραμμές προσπάθησα να παρουσιάσω τα αυθεντικά στοιχεία της φορεσιάς του χωριού μου του ιστορικού αυτού χωριού της ΔΕΣΦΙΝΑΣ, καθώς πολλές φορές έχουμε δει κακέκτυπη αντιγραφή της από πολλά χορευτικά συγκροτήματα και ιματιοθήκες(βεστιάρια), ίσως λόγου άγνοιας και απουσίας έρευνας από πλευρά τους.

                                                                                     Πηγή: ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΚΟΥΛΤΑΣ

Υ.Γ.       Στην μνήμη της μητέρας μου Βασιλικής  το γένος Τρισπιώτη.

Σχετικά Άρθρα

Τα πανηγύρια τα τελευταία  χρόνια  έχουν γίνει πραγματικός πόλος έλξης από μικρούς και ...
syllogoi
28 Μαΐου 2020
Μια πανέμορφη κίνηση που δημιουργήθηκε από ανθρώπους της παράδοσης με σκοπό την στήριξη και την ...
syllogoi
24 Μαΐου 2020
Όταν εμείς οι εκπαιδευτικοί μιλάμε για παιδική λογοτεχνία, εννοούμε τα κείμενα που συμβάλουν στην ...
syllogoi
22 Μαΐου 2020